Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάμπλο Νερούδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάμπλο Νερούδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Σέξπηρ, Σονέτο 8, Πάμπλο Νερούδα Σονέτο 66

ΣΟΝΕΤΟ XVIII William Shakespeare,
«Σονέτο 18»
Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Εσύ υπερέχεις σε απαλότητα και χάρη·
λυγίζει αέρας τα τριαντάφυλλα του Μάη
και δεν κρατούν τα καλοκαίρια μας πολύ.

Άλλοτε καίει πολύ των ουρανών η φλόγα,
θαμπώνεται άλλοτε η ολόχρυσή τους όψη·
τ’ όμορφο κάποτε χάνει την ομορφιά του
απ’ την πορεία της φύσης είτε από την τύχη.

Μα το δικό σου αιώνιο θέρος δε θα σβήσει,
της ομορφιάς την κατοχή δε θα τη χάσεις,
κι ο Χάρος δεν θα καυχηθεί πως μπήκες στη σκιά του·
θα λάμπεις πάντα εσύ μέσα σ’ αιώνιους στίχους!

Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν,
οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους.

μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου
πηγή: Λογοτεχνία Β' Λυκείου
Ακούγεται στη σειρά της ΕΡΤ "ΤΟ ΠΑΙΔΙ", ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 49 στο 35'και 30'' και στο 43΄



Πάμπλο Νερούδα, Σονέτο 66

ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ παρά γιατί σε θέλω,
μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.
Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω,
κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο
σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω,
σε θέλω αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.



" Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτα σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.



Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πως, από που και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια :
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,


παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι, που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σα δικό μου, που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια”.

Ακούγεται στη σειρά της ΕΡΤ "ΤΟ ΠΑΙΔΙ" στο 12΄,20΄΄, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 49 Επίσης, σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρονται τα "Σονέτα στον Ορφέα" του Ράινερ Μαρία Ρίλκε


Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Pablo Neruda, Canto General - Los Libertadores





ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ

Και νάσου το δέντρο, το δέντρο

της καταιγίδας, του λαού το δέντρο.

Από τη γη βγαίνουν οι ήρωές του

όπως απ' το χυμό τα φύλλα

και χιμάει τ' αγέρι στη φυλλωσιά

της άγριας κοσμοπλημμύρας

ώσπου τον καπνό να ρίξει

του ψωμιού ξανά στο χώμα.



Και νάσου το δέντρο, το δέντρο

θρεμμένο με γυμνούς νεκρούς μας,

αιμόφυρτους νεκρούς, μαστιγωμένους,

νεκρούς με πρόσωπα μακάβρια,

σουβλισμένους σε κοντάρια,

στη φωτιά καψαλισμένους,

με μπαλντά αποκεφαλισμένους,

τετρασκισμένους από τ' άτια,

σταυρωμένους μες στην εκκλησία.



Και νάσου το δέντρο, το δέντρο

με τις ζωντανές τις ρίζες,

τροφή του έγινε το μαρτύριο,

οι ρίζες του ρουφήξαν αίμα

κι από τη γης τράβηξε δάκρυα·

τ' ανέβασε με τα κλαριά του

σ' όλη την αρχιτεκτονική του.

Γινήκανε αόρατα άνθη

κάποτε θαμμένα άνθια

κι άλλοτε φωτολουσμένα

πάνω στα πέταλα σαν άστρα.



Κι ο άνθρωπος εμάζεψε στους κλώνους

τους ανθούς τους γινομένους,

περάσαν από χέρι σε χέρι

σαν τις μαγνόλιες ή τα ρόδια,

κι απέ τη γης ανοίξανε

και ψήλωσαν μέχρι τ' αστέρια.



Το δέντρο είν' αυτό των ελευθέρων.

Το δέντρο γη, το δέντρο νέφος.

Δέντρο ψωμί, το δέντρο βέλος,

δέντρο γροθιά, το φλογοδέντρι.

Νερά το ζώνουν αφρισμένα

του μαύρου κι άραχνου καιρού μας,

μα στο κατάρτι του βαστάει

το σύμβολο της δύναμής του.



Άλλες φορές γκρεμίζονται ξανά

οι κλάρες του απ' το θυμό σπασμένες

και μια στάχτη όλο φοβέρα

τ' αρχαίο μεγαλείο του κρύβει·

έτσι ξεπέρασε τα παλιοχρόνια

και γλίτωσε απ' την αγωνία,

ωσότου ένα μυστικό χέρι,

μπράτσα κλαδιά αμέτρητα,

ο λαός, φύλαξε τα κουτσούρια,

έκρυψε τους αγέραστους κορμούς

του σφαγμένου μεγαλοδέντρου

που έφτασε σ' όλα τα μέρη

πηγαίνοντας μ' όλες τις ρίζες.

Τούτο είν' το δέντρο, το δέντρο

του λαού, των λαών πάντων,

της λευτεριάς, της πάλης.



Ζύγωσε στα μακρύμαλλά του

τις νιες αχτίδες να χαϊδέψεις,

μπήξε στις φάμπρικες το χέρι

όπου ο λαχταριστός καρπός του

διαδίδει φως την κάθε μέρα.

Τη γης τούτη σήκω στα χέρια σου,

πάρε το μερτικό της λάμψης,

πάρε το ξεροκόμματο, το μήλο,

το άλογο και την καρδιά σου,

στείλε στο μέτωπο φυλάκους

στα σύνορα της φυλλωσιάς του.



Υπερασπίσου των ανθών τις άκρες,

τις εχθρικές νύχτες μοιράσου,

καρτέρα της αυγής τον κρόκο,

ανάσανε τα διάσελα με τ' άστρα,

βαστώντας το δεντρί, το δέντρο

που στην καρδιά της γης βλασταίνει.

μτφρ.: Παντελη Τρωγαδη

Los libertadores [73] Los libertadores Aquí viene el árbol, el árbol de la tormenta, el árbol del pueblo. De la tierra suben sus héroes como las hojas por la savia, y el viento estrella los follajes 5 de muchedumbre rumorosa, hasta que cae la semilla del pan otra vez a la tierra. Aquí viene el árbol, el árbol nutrido por muertos desnudos, 10 muertos azotados y heridos, muertos de rostros imposibles, empalados sobre una lanza, desmenuzados en la hoguera, decapitados por el hacha, 15 descuartizados a caballo, crucificados en la iglesia. Aquí viene el árbol, el árbol cuyas raíces están vivas, sacó salitre del martirio, 20 sus raíces comieron sangre, y extrajo lágrimas del suelo: las elevó por sus ramajes, las repartió en su arquitectura. Fueron flores invisibles, 25 a veces, flores enterradas, otras veces iluminaron sus pétalos, como planetas. Y el hombre recogió en las ramas las corolas endurecidas, 30 las entregó de mano en mano como magnolias o granadas y de pronto, abrieron la tierra, crecieron hasta las estrellas. [74] Este es el árbol de los libres. 35 El árbol tierra, el árbol nube. El árbol pan, el árbol flecha, el árbol puño, el árbol fuego. Lo ahoga el agua tormentosa de nuestra época nocturna, 40 pero su mástil balancea el ruedo de su poderío. Otras veces, de nuevo caen las ramas rotas por la cólera, y una ceniza amenazante 45 cubre su antigua majestad: así pasó desde otros tiempos, así salió de la agonía, hasta que una mano secreta, unos brazos innumerables, 50 el pueblo, guardó los fragmentos, escondió troncos invariables, y sus labios eran las hojas del inmenso árbol repartido, diseminado en todas partes, 55 caminando con sus raíces. Este es el árbol, el árbol del pueblo, de todos los pueblos de la libertad, de la lucha. Asómate a su cabellera: 60 toca sus rayos renovados: hunde la mano en las usinas donde su fruto palpitante propaga su luz cada día. Levanta esta tierra en tus manos, 65 participa de este esplendor, toma tu pan y tu manzana, tu corazón y tu caballo y monta guardia en la frontera, en el límite de sus hojas. 70 Defiende el fin de sus corolas, comparte las noches hostiles, vigila el ciclo de la aurora, respira la altura estrellada, sosteniendo el árbol, el árbol 75 que crece en medio de la tierra. [75]

Source: Pablo Neruda, Canto General 

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Πάμπλο Νερούδα (Ωδή και φύτρα), απόσπασμα
Είσαι μέσα μου άνοιξη βαθιά:
Ξαναμαθαίνω μέσα σου πώς να φυτρώνω.
Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα



Πάμπλο Νερούδα, To όνειρο, Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα

 
Περπάταγα στην αμμουδιά
κι αποφάσισα να σ’ αφήσω.

Πατούσα μια μαύρη λάσπη
που τρεμούλιαζε,
κι όπως βούλιαζα και ξανάβγαινα
πήρα την απόφαση να φύγεις
από μέσα μου, με βάραινες
σαν πέτρα κοφτερή,
και σχεδίασα το χαμό σου
βήμα βήμα:
θα έκοβα τις ρίζες σου,
θα σ’ αμόλαγα στον άνεμο μόνη.

Αχ εκείνο το λεπτό,
καρδιά μου, ένα όνειρο
με τα τρομερά φτερά του
σε σκέπαζε.

Ένιωθες να σε καταπίνει η λάσπη,
και με φώναζες κι εγώ δεν ερχόμουν,
και χανόσουν, ακίνητη,
ανυπεράσπιστη
μέχρι που πνίγηκες μέσα στο στόμα της άμμου.

Έπειτα
η απόφασή μου συνάντησε το όνειρό σου,
κι από το χωρισμό
που μας έσκιζε την ψυχή,
αναδυθήκαμε καθαροί ξανά, γυμνοί,
αγαπώντας ο ένας τον άλλον
δίχως όνειρο, δίχως άμμο,
ακέραιοι και ακτινοβολώντας,
σημαδεμένοι από τη φωτιά.
 




Πάμπλο Νερούδα – Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμιάν Ελπίδα

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

(2005)
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής