Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021
''Ελλάδα και Μάης μαζί'' - Virginia Woolf On Not Knowing Greek
Η Ελλάδα είναι η πιο
όμορφη χώρα του κόσμου.
Τι μπορώ να πω
για τον Παρθενώνα...
Ο ναός σαν πλοίο,
δονείται, τεντώνεται,
πλέει αν και ακίνητος,
διασχίζοντας τους αιώνες.
Κατεβήκαμε στη θάλασσα
με το αυτοκίνητο.
Πόσο όμορφα είναι
τα ανέγγιχτα χείλη της θάλασσας
όταν αγγίζουν μιαν άγρια παραλία.
Πίσω μας λόφοι
και πράσινες πεδιάδες.
Στο βάθος η Ελευσίνα.
Ο ουρανός απόλυτα λείος.
Γευματίσαμε στο Σούνιο.
Οι κολώνες
άσπρες σαν κιμωλία,
ψηλές σαν φάροι.
Γυρίσαμε περνώντας
φουντωτά δέντρα, κόκκινα
τετραγωνισμένα χωράφια,
αφήνοντας πίσω μας
τσιγγάνικα τσαντίρια,
σαν ινδιάνικα καλύβια
από κλαδιά φτέρης.
Σήμερα - τι όμορφα ήταν σήμερα -
στη μικρή βυζαντινή εκκλησία,
στους πρόποδες του Υμηττού.
Το θρόισμα των κυπαρισσιών.
Κάμαρες χτισμένες ψηλά
σαν χελιδονοφωλιές,
με κομμάτια
σκαλισμένο μάρμαρο
στις παραστάδες.
Η μικρή αυλή.
Το άρωμα των λουλουδιών.
Ένα ματσάκι άγριες
ανεμώνες και ορχιδέες.
Η ζωή μοιάζει τόσο ελεύθερη,
γεμάτη απ' όλα τα καλά.
Γιατί δε μπορούμε να ζήσουμε
για πάντα έτσι; αναρωτήθηκα.
Να γίνουμε εραστές της ζωής
και να τρώμε μόνο ψωμί, αυγά,
γιαούρτι, ας πούμε στην Κρήτη.
Το Λονδίνο δε φτάνει, ούτε
το Σάσσεξ. Θες να ξαναγυρίσεις
σ' αυτούς τους φιλικούς ανθρώπους,
απλώς και μόνο για να τους μιλήσεις.
Η ώρα είναι δέκα παρά πέντε.
Και πού βρίσκομαι και
γράφω με πένα και μελάνι;
Στους Δελφούς,
κάτω από μιαν ελιά, σε γη στεγνή,
στρωμένη με άσπρες μαργαρίτες.
Ακούγονται κουδούνια κατσικιών.
Ένας γέρος ξεπέζεψε από
το μουλάρι του και μια ακρίδα
μόλις έκατσε πάνω στην ελιά.
Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα
τα βουνά σαν λάμες μαχαιριών.
Και ένιωσα
σαν ένα μαχαίρι να έξυσε
ένα αμβλύ όργανο
που υπήρχε μέσα μου,
γιατί δε μπορούσα να βρω
κανένα ψεγάδι σε αυτή
τη λυγερή, αθλητική ομορφιά,
τη βουτηγμένη στο χρώμα,
χωρίς να 'ναι ψυχρή,
χωρίς ίχνος χυδαιότητας
αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή.
Κόρινθος, Ναύπλιο, Μυκήνες,
Μυστράς, Τριπολιτσά, κι από εκεί,
πίσω στην Αθήνα.
Κοντεύει δώδεκα αλλά η Αθήνα
δε φαίνεται να νυστάζει.
Αύριο τέτοια ώρα,
θα φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη.
Είμαι στην Ελλάδα.
Είμαι ήρεμη, φιλική προς όλα,
χαλαρή. Είμαι ευτυχισμένη.
Βιρτζίνια Γούλφ
...........................................................
Από το βιβλίο:
''Ελλάδα και Μάης μαζί''
Virginia Woolf On Not Knowing Greek: For it is vain and foolish to talk of knowing Greek, since in our ignorance we should be at the bottom of any class of schoolboys, since we do not know...
Σάββατο 15 Μαΐου 2021
Μῦθος τοῦ Αἰσώπου. Μέλισσαι και Ζεύς
ἐπιμέλεια: Δέσποινας Μανδέλη καί Φωτεινῆς Τούμπα

Μέλισσα μήτηρ κηρίων οὖσα ἀνελήλυθεν εἰς θεούς, φέρουσα κηροὺς καὶ μέλι. Τερφθεὶς δὲ ὁ Ζεὺς τῇ προσφορᾷ τῆς μελίσσης συνετάξατο δοῦναι αὐτῇ ὃ ἂν αἰτήσῃ. Ἡ δέ· Δός, ἔφη, τῇ σῇ θεραπαινίδι κέντρον πρὸς ἄμυναν τῶν πόνων μου καὶ εἰς φυλακήν μου. Ἀπορήσας δὲ ὁ Ζεὺς πρὸς τὰς αἰτήσεις, ἐπεὶ ἐφίλει τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος, ἔφη τῇ μελίσσῃ· Οὐχ ὡς ᾔτησας γενήσεται, ἀλλ᾿ ἐάν τις τῶν ἀνθρώπων ἥκῃ λαβεῖν μέλι, σὺ δὲ βούλῃ αὐτὸν ἀμύνασθαι, ἔχε τὸ κέντρον· πλὴν ἴσθι ὅτι, εἰ πλήξεις ἄνθρωπον, ἐμβληθέντος τοῦ κέντρου, παρευθὺς ἀποθνήξῃ· ζωὴ γάρ σοι ἐντυγχάνει τὸ κέντρον.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς δεήσεσιν μηδεὶς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ζητείτω κακόν.
Λεξιλόγιο
- ὁ κῆρος: (=κηρύθρα, τροφή μελισσῶν)
- οὖσα: μετοχή Ένεστώτα τοῦ ῥήματος εἰμί (=εἶμαι, ὑπάρχω). Ἀρχικοί χρόνοι ΕΝΕΣ. εἰμί, ΠΡΤ. ἦ/ἦν, ΜΕΛΛ. ἒσομαι, ΑΟΡ. ἐγενόμην, ΠΡΚ. Γέγονα, ΥΠΡΣ. ἐγεγόνειν
- ἀνελήλυθεν: γ’ἑνικό πρόσωπο Παρακειμένου, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ἀνέρχομαι (= ἀνεβαίνω, ἀνυψώνω, μεγαλώνω, αὐξάνω). Α.Χ ΕΝ. ἀνέρχομαι, ΠΡΤ. ἀνήα/ἀνήειν, ΜΕΛΛ. ἀνεῖμι, ΑΟΡ. ἀνῆλθον, ΠΡΚ. ἀνελήλυθα, ΥΠΡΣ. ἀνεληλύθειν
- φέρουσα: μετοχή Ἐνεστώτα τοῦ ῥήματος φέρω (=φέρνω, βαστῶ, σηκώνω, ὑποφέρω, ὑπομένω, πάσχω). Α.Χ. ΕΝ. φέρω, ΠΡΤ. ἒφερον, ΜΕΛΛ. οἲσω ΑΟΡ.ἢνεγκα/ἢνεγκον, ΠΡΚ. ἐνήνοχα, ΥΠΡΣ. ἐνηνόχειν
- τερφθείς: μετοχή παθητικοῦ ἀορίστου Α’ τοῦ ῥήματος τέρπομαι (=εὐχαριστιέμαι, εὐφραίνομαι). Α.Χ ΕΝ. τέρπομαι, ΠΡΤ. ἐτερπόμην, ΜΕΛΛ. τέρψομαι, ΑΟΡ. ἐτερψάμην/ἐτερπόμην/ἐτέρφθην
- δέ: (=ἀλλά) συνδετικό μόριο, συνήθως δηλώνει ἀντίθεση, ἀλλά ἐδῶ χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσει ἁπλή μετάβαση
- ὁ Ζεύς: οὐσιαστικό ἀνώμαλο, μεταπλαστό, δηλαδή ἐνῶ χρησιμοποιεῖ καταλήξεις μίας ὁρισμένης κλίσης σέ ὃλες τίς πτώσεις (ἐδῶ γ’κλίσης) τό θέμα μεταβάλλεται
- συνετάξατο: γ’ἑνικό πρόσωπο ἀορίστου, μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος συντάσσομαι ἤ συντάττομαι (=τακτοποιῶ, διοργανώνω, κανονίζω, διατάσσω, παραγγέλλω, συμφωνῶ μέ κάποιον). Α.Χ ΕΝ. τάττω, ΠΡΤ.ἒταττον, ΜΕΛΛ.τάξω, ΑΟΡ.ἒταξα, ΠΡΚ. τέταχα, ΥΠΡΣ. ἐτετάχειν
- δοῦναι: ἀπαρέμφατο ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δίδωμι (=δίνω, παρέχω, προσφέρω, δωρίζω). Α.Χ ΕΝ.δίδωμι, ΠΡΤ.ἐδίδουν, ΜΕΛΛ. δώσω, ΑΟΡ. ἔδωκα ΠΡΚ. δέδωκα ΥΠΡΣ. ἐδεδώκειν. Συντάσσεται: δίδωμι τινί τί ( δοτική +αἰτιατική)
- ὃ: οὐδέτερο γένος τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας ὃς,ἣ,ὃ
- ἂν: ἀοριστολογικό, συντάσσεται πάντα μέ ὑποτακτική
- αἰτήσῃ: γ’ἑνικό πρόσωπο ὑποτακτικῆς ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος αἰτέω-ῶ (=ζητῶ, ἀπαιτῶ). Α.Χ ΕΝ. αἰτέω-ῶ, ΠΡΤ. ᾒτουν, ΜΕΛΛ. αἰτήσω, ΑΟΡ. -ᾒτησα, ΠΡΚ. ᾒτηκα, ΥΠΡΣ. ᾐτήκειν
- δός: β’ἑνικό πρόσωπο προστακτικῆς ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δίδωμι
- ἒφη: γ’ἑνικό πρόσωπο παρατατικοῦ, ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος φημί (=λέω, συμφωνῶ, ἰσχυρίζομαι). Α.Χ ΕΝ.φημί, ΠΡΤ. ἒφην, ΜΕΛΛ. φήσω, ΑΟΡ. ἒφησα (εἶπα/εἶπον), ΠΡΚ. πέφασμαι, ΥΠΡΣ. ἐπεφάσμην
- σή: κτητική ἀντωνυμία, β’πρόσωπο, γένος θηλυκό
- θεραπαινίδι: (=ὑπηρέτρια) οὐσιαστικό γ’ κλίσης, ἡ θεραπαινίς
- τό κέντρον: (=ὀξεία αἰχμή, ἀγκάθι, κεντρί μέλισσας)
- ἡ ἂμυνα: (=ἀπόκρουση προσβολῆς, ὑπεράσπιση)
- ὁ πόνος: (=ὁ κόπος, μόχθος, ἐπίπονη ἐργασία)
- ἡ φυλακή: (=ἡ φύλαξη, ἐπαγρύπνηση, φρουρά)
- ἀπορήσας: μετοχή ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος, ἀπορέω-ῶ (=βρίσκομαι σέ ἀμηχανία, δέν ξέρω τί νά κάνω, τά ἒχω χαμένα). Α.Χ. ΕΝ. ἀπορῶ, ΠΡΤ. ἠπόρουν, ΜΕΛΛ. ἀπορήσω, ΑΟΡ. ἠπόρησα, ΠΡΚ. ἠπόρηκα, ΥΠΡΣ.ἠπορήκειν
- ἐφίλει: γ’ἑνικό πρόσωπο, Παρατατικοῦ, ἐνεργητικῆς φωνῆς, ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος φιλέω-ῶ (=ἀγαπῶ, προτιμῶ, ἀσπάζομαι, ἀρκοῦμαι). Α.Χ ΕΝ. φιλέω-ῶ, ΠΡΤ. ἐφίλουν, ΜΕΛΛ. φιλήσω, ΑΟΡ. ἐφίλησα, ΠΡΚ. πεφίληκα, ΥΠΡΣ. ἐπεφιλήκειν
- ᾔτησας: β’ἑνικό πρόσωπο ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος αἰτέω-ῶ
- γενήσεται: γ’ἑνικό μέλλοντα, μέσης φωνῆς, τοῦ ῥήματος γίγνομαι (=γίνομαι, συμβαίνω, γεννιέμαι). Α.Χ. ΕΝ. γίγνομαι, ΠΡΤ. ἐγιγνόμην, ΜΕΛΛ. γενήσομαι, ΑΟΡ. ἐγενόμην, ΠΡΚ. γέγονα/γεγένημαι, ΥΠΡΣ. ἐγεγόνειν/ἐγεγενήμην
- ἣκῃ: ὑποτακτική ἐνεστώτα, γ’ἑνικό πρόσωπο, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ἣκω (=ἒρχομαι, ἒχω ἒρθει). Α.Χ. ΕΝ. ἣκω, ΠΡΤ. ἧκον, ΜΕΛΛ. ἣξω
- λαβεῖν: Ἀπαρέμφατο, ἀορίστου β’, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος λαμβάνω (=παίρνω, πιάνω, συλλαμβάνω, βρίσκω, κυριεύω). Α.Χ ΕΝ.λαμβάνω, ΠΡΤ. ἐλάμβανον, ΜΕΛΛ. λήψομαι, ΑΟΡ. ἒλαβον, ΠΡΚ. εἴληφα, ΥΠΡΣ. εἰλήφειν
- σύ: προσωπική ἀντωνυμία, β’πρόσωπο
- βούλῃ: β’ἑνικό πρόσωπο ὑποτακτικῆς ἐνεστώτα, μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος βούλομαι (=θέλω, ἐπιθυμῶ, ἐπιδιώκω, ποθῶ). Α.Χ ΕΝ. βούλομαι, ΠΡΤ. ἐβουλόμην, ΜΕΛΛ. βουλήσομαι, ΑΟΡ.ἐ(ἠ)βουλήθην, ΠΡΚ. βεβούλημαι, ΥΠΡΣ.ἐβεβουλήμην
- ἀμύνασθαι: ἀπαρέμφατο ἀορίστου μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος ἀμύνομαι (=ἀμύνομαι, βοηθῶ, ἀποκρούω, ὑπερασπίζομαι, φυλάω, ἐκδικοῦμαι). Α.Χ ἀμύνομαι, ἠμυνόμην, ἀμυνοῦμαι, ἠμυνάμην
- ἒχε: προστακτική, β’ἑνικό, ἐνεστώτα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἒχω(=ἒχω, κατέχω, κρατῶ, γνωρίζω, μπορῶ). Α.Χ ἒχω, εἶχον, ἓξω/σχήσω/ἒσχον, ἒσχηκα, ἐσχήκειν
- πλήν: (=ἐκτός)
- ἲσθι: προστακτική, β’ ἑνικό ἐνεστώτα ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος οἶδα (=γνωρίζω, ξέρω, κατέχω). Α.Χ οἶδα, ᾒδειν/ᾒδη, εἲσομαι/εἰδήσω, ἒγνων, ἒγνωκα, ἐγνώκειν
- πλήξεις: β’ἑνικό μέλλοντα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος πλήττω(= χτυπῶ, τραυματίζω)
- ἐμβληθέντος: μετοχή παθητικοῦ ἀορίστου α’τοῦ ῥήματος ἐμβάλλω (=ῥίπτω μέσα εἰς…, τοποθετῶ μέσα σέ…, εἰσβάλλω). Α.Χ ἐμβάλλω, ἐνέβαλλον, ἐμβαλῶ, ἐνέβαλον, ἐμβέβληκα, ἐνεβεβλήκειν
- παρευθύς: <παρά+εὐθύς = ἀμέσως
- ἀποθνήξῃ: β’ ἑνικό ὁριστικῆς μέλλοντα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἀποθνήσκω (=πεθαίνω). Α.Χ ἀποθνήσκω, ἀπέθνησκον, ἀποθανοῦμαι, ἀπέθανον, ἀποτέθνηκα, ἀποτεθνήκειν
- ἐντυγχάνει: γ’ἑνικό ἐνεστώτα, ὁριστικῆς, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἐντυγχάνω( =συναντῶ κάποιον τυχαία, συμβαίνει νά εἶναι).
- Δηλοῖ: γ’ ἑνικό ἐνεστώτα, ὁριστικῆς, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δηλόω-ῶ (=κάνω κάτι φανερό, δηλώνω, φανερώνω, γνωστοποιῶ, ἀνακοινώνω)
- ἡ δέησις: (=παράκληση, ἱκεσία)
- μηδείς: (=κανείς)
- ζητείτω: γ’ἑνικό, προστακτική ἐνεστώτα, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ζητέω-ῶ (=ἀναζητῶ, ἀπαιτῶ, ζητῶ, ἐπιθυμῶ).
Σύνταξη
Μέλισσα: ὑποκείμενο, οὖσα: ἐπιθετική μετοχή, μήτηρ: κατηγορούμενο, κηρίων: γενική κατηγορηματική, ἀνελήλυθεν: ῥῆμα, εἰς θεούς: ἐμπρόθετος προσδιορισμός κατεύθυνσης, φέρουσα: τροπική μετοχή, κηροὺς καὶ μέλι:ἀντικείμενα.Τερφθεὶς: χρονική μετοχή, ὁ Ζεὺς: ὑποκείμενο μετοχῆς, τῇ προσφορᾷ: δοτική τῆς αἰτίας, τῆς μελίσσης: γενική ὑποκειμενική, συνετάξατο: ῥῆμα, δοῦναι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, αὐτῇ: ἀντικείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου, αἰτήσῃ: ῥῆμα. Δός: ῥῆμα, <ἔφη> :κύρια παρενθετική πρόταση. Ῥῆμα, τῇ θεραπαινίδι: ἂμεσο ἀντικείμενο, σῇ: ἐπιθετικός προσδιορισμός στή λέξη «θεραπαινίδι», κέντρον: ἒμμεσο ἀντικείμενο, πρὸς ἄμυναν/ εἰς φυλακήν: ἐμπρόθετοι προσδιορισμοί τοῦ σκοποῦ, τῶν πόνων: γενική ἀντικειμενική, μου: γενική κτητική.Ἀπορήσας: χρονική μετοχή, ὁ Ζεὺς: ὑποκείμενο τῆς μετοχῆς, πρὸς τὰς αἰτήσεις:ἐμπρόθετος προσδιορισμός τῆς ἀναφορᾶς, ἐφίλει: ῥῆμα, τὸ γένος: ἀντικείμενο, τῶν ἀνθρώπων: γενική τοῦ περιεχομένου, ἔφη:ῥῆμα, τῇ μελίσσῃ: ἀντικείμενο.Οὐχ ᾔτησας /γενήσεται:ῥήματα μέ ὑποκείμενο «σύ», ἥκῃ: ῥῆμα τις: ὑποκείμενο τοῦ ῥήματος, τῶν ἀνθρώπων: γενική διαιρετική, λαβεῖν: ἀπαρέμφατο τοῦ σκοποῦ, μέλι:ἀντικείμενο ἀπαρεμφάτου, βούλῃ: ῥῆμα, σὺ:ὑποκείμενο, αὐτὸν: ἂμεσο ἀντικείμενο, ἀμύνασθαι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, ἔχε: ῥῆμα, τὸ κέντρον:ἀντικείμενο. ἴσθι/πλήξεις: ῥῆμα μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο «σύ», ἄνθρωπον: ἀντικείμενο, ἐμβληθέντος: χρονική μετοχή, τοῦ κέντρου: ἀντικείμενο στή μετοχή, παρευθὺς: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, ἀποθνήξῃ: ῥῆμα. ἐντυγχάνει: ῥῆμα, τὸ κέντρον: ὑποκείμενο, ζωὴ: κατηγορούμενο, σοι: δοτική προσωπική.Ὁ μῦθος:ὐποκείμενο, δηλοῖ:ῥῆμα, μηδεὶς: ὑποκείμενο στό ῥῆμα ζητείτω, κακόν: ἀντικείμενο, κατὰ τῶν ἐχθρῶν: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τῆς ἐναντίωσης, ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς δεήσεσιν:ἑμπρόθετος προσδιορισμός κατάστασης.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ἡ μέλισσα ἡ ὁποία ἦταν μητέρα τοῦ κεριοῦ ἀνέβηκε στούς Θεούς φέρνοντας κηρῦθρες καί μέλι. Ἀφοῦ εὐχαριστήθηκε ὁ Δίας ἐξαιτίας τῆς προσφορᾶς τῆς μέλισσας, διέταξε νά δώσουν σέ αὐτήν, ὃ,τι ἄν ζητήσει. Αὐτή εἶπε. Δῶσε στήν ὑπηρέτρια σου κεντρί μέ σκοπό τήν ὑπεράσπιση τοῦ κόπου μου καί τῆς ἐπαγρύπνισής μου. Ἀφοῦ ἦρθε σέ αμηχανία ὁ Δίας ὡς πρός τά αἰτήματα, ἐπειδή ἀγαποῦσε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, εἶπε στή μέλισσα. Δέν θά γίνει, ὃπως ἐσύ ζήτησες, ἀλλά ἐάν κάποιος ἀπό τούς ἀνθρώπους ἒρθει νά πάρει μέλι καί ἐσύ θέλεις νά τόν ἐκδικηθεῖς αὐτόν, κάτεχε τό κεντρί. Ἐκτός αὐτοῦ ὃμως γνώριζε ὃτι ἂν τραυματίσεις ἂνθρωπο τοποθετώντας μέσα του τό κεντρί, ἀμέσως θά πεθάνεις. Συμβαίνει νά εἶναι ζωή γιά σένα τό κεντρί.
Ὁ μῦθος κάνει φανερό ὃτι κανείς ἂς μή ζητάει κακό στίς προσευχές καί τίς παρακλήσεις ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν.
ΣΧΟΛΙΑ
- Για μία ἀκόμη φορά, πρωταγωνιστές στό μῦθο εἶναι ζῶα. Βέβαια ἐδῶ βλέπουμε καί τήν παρουσία ἑνός θεοῦ. Ἡ παρουσία θεῶν και ἀνθρώπων στούς μύθους τοῦ Αἰσώπου εἶναι περιορισμένη. Οἱ ἱστορίες εἶναι ἀλληγορικές και σάν ἥρωες χρησιμοποιοῦνται ζῶα μέ ἀνθρώπινες ἰδιότητες.
- Τό ἠθικό δίδαγμα τοῦ μύθου εἶναι ὃτι δέν πρέπει νά εὐχόμαστε (νά ζητοῦμε στίς προσευχές μας ) κακό γιά τούς ἐχθρούς μας, γιατί θά τό πάθουμε ἐμεῖς στό τέλος.
- Ὁ Αἴσωπος βάζοντας τόν Θεό (τόν Δία στή συγκεκριμένη περίπτωση) θέλει νά δείξει κάτι περισσότερο. Εἶναι γνωστό ὃτι στήν ἀρχαιότητα πίστευαν στήν ὓπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἁπλῶς ἐπειδή δέν τούς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ἀκόμα, δέν ἢξεραν ποιός εἶναι ἤ πῶς εἶναι καί εἶχαν ἐπινοήσει διάφορες θεότητες γιά νά τόν ἀπεικονίσουν. Ἀνάμεσα σέ αὐτές ἦταν καί οἱ θεοί τοῦ Ὀλύμπου στούς ὁποίους συνήθως ἀπέδιδαν θνητά χαρακτηριστικά (ἐμφανισιακά καί στό χαρακτήρα), γιά νά τούς εἶναι πιό οἰκεῖοι.
- Ἐδώ μᾶς λέει ξεκάθαρα ὁ Αἴσωπος, μέσα ἀπό τήν ἀλληγορική αὐτή ἱστορία, ὃτι δέν πρέπει στίς προσευχές μας πρός τόν Θεό νά τόν παρακαλοῦμε νά προξενήσει κακό στόν ἐχθρό μας. Μάλιστα μέσα ἀπό τό πάθημα τῆς μέλισσας φαίνεται ὃτι ὁ Αἴσωπος πιστεύει ὃτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί στό τέλος τιμωρεῖται αὐτός πού ζήτησε κακό γιά τόν ἐχθρό του.
Ασκήσεις.
- Νά μεταφράσετε το κείμενο.
- Να κλίνετε τόν Συντελεσμένο Μέλλοντα τῶν ῥημάτων: τάττω, λαμβάνω.
- Νά κλίνετε τόν Ἀόριστο β΄ τῶν ῥημάτων: φέρω, ἀποθνήσκω.
- Νά συμπληρώσετε τόν σωστό τύπο τοῦ Ἐνεστώτα τοῦ ῥήματος εἰμί.
- Ἐγώ ………. ἡ ἀρχή και τό τέλος.
- Ἡμεῖς ………. Προγόνων ἀγαθῶν.
- Ὑμεῖς ………. σύμμαχοι.
- Ἡ πόλις ἡμῶν ἀρχαιοτάτη ………..
- Οἱ ἂνθρωποι θνητοί ……….
- Νά γραφοῦν οἱ τύποι τῆς ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος εἰμί πού ζητοῦνται.
- Ἱππαρχος δέ καί Θεσσαλός ἀδελφοί ………. (γ’ πληθυντικό, παρατατικοῦ), ἐγώ μέν ………. (α’ ἑνικό, μέλλοντα) ὁ ἐξαπατηκώς εἷς ………. ( γ’ἑνικό μέλλοντα) δ’ ὁ λόγος ἐπί παραδείγματος κρείττων ………. (γ’ ἑνικό παρατατικοῦ) ὁ ἀγών μή γεγενημένος οὐ γαρ ἒτι φίλοι ………. ( γ’πληθυντικό ἐνεστώτα) ὦ Ἐρατόσθενες, εἲπερ ………. (β’ ἑνικό παρατατικοῦ) χρηστός. Οὐκ ἐν τῇ Ἑλλάδι ………. ( β’πληθυντικό ἐνεστώτα) και τότε μέν δή περί τῆς Κύρου βασιλείας ἂνδρες ………. ( β’ πληθυντικό παρατατικοῦ) ἀγαθοί. ἀσθενεῖς δ’ ………. (α’ πληθυντικό μέλλοντα) συμμάχων ἀποροῦντες καλόν δ’ ………. (γ’ ἑνικό ἐνεστώτα) και τάς ξενικάς ἀρετάς μιμεῖσθαι.
- Νά ἐντοπίσετε στό κείμενο ὃλα τά ὑποκείμενα τῶν ῥημάτων, τῶν μετοχῶν, καί τῶν ἀπαρεμφάτων.
«Θεός οὐδαμή οὐδαμώς ἂδικός». (μτφρ: ὁ Θεός δεν εἶναι ποτέ καθόλου ἂδικος).
Πλάτων, 427-347 π.Χ., φιλόσοφος.
«Ὃστις σκάπτει λάκκον θέλει πέσει είς αὐτόν καί ὁ λίθος θέλει ἐπιστρέψει εἰς τόν κυλίοντα αὐτόν».
Παλαιά Διαθήκη, Παροιμίαι ΚΣΤ’.
Ανοίγω το στόμα μου - Ανοίξω το στόμα μου, "Ελλήνων Μουσικές μες στους Α...
«Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα».
Θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο πρὸς τή βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ μὲ δοῦν νά πανηγυρίζω μὲ χαρά,, ψάλλοντας μὲ εὐφρόσυνη τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα της.
ρεύξομαι: Γραμματικῶς: μέλλων τοῦ ρ. ἐρεύγομαι (πτύω, ξερνῶ, ἐκπέμπω διά τοῦ στόματος ἀέρα ἀπό τό στομάχι), ἐπί ποταμῶν (ἐκβάλλω, χύνομαι)
ὀφθήσομαι: Παθητικός μέλλοντας τοῦ ὁρῶμαι.(ἀποβλέπω πρός κάποιον, προσέχω χάριν τινός).
ἄσω: μέλλοντας τοῦ ρ. ᾄδω, ᾖδον, ᾄσω, ᾖσα, ᾄσας ἔχω, ᾄσας εἶχον.(ψάλλω, τραγουδῶ).
φαιδρῶς: τροπικό ἐπίρρημα, ἀπό τή λ. φαιδρός (λαμπρός, ὁ ἀκτινοβολῶν ἀπό χαρά, εὔθυμος, χαρούμενος)· προτιμητέα ἡ δεύτερη ἑρμηνεία...
πανηγυρίζων : κατηγορηματική μετοχή, ἐξαρτώμενη ἀπό ρ. αἰσθήσεως.
γηθόμενος: τροπική μτχ. ἐνεστῶτος, τοῦ ρ. γήθομαι, ἐγηθόμην, γηθήσομαι, ἐγηθησάμην, (χαίρω, εὐφραίνομαι, ἀγάλλομαι, εἶμαι εὐχαριστημένος)·προτιμητέα ἡ δεύτερη καί τρίτη ἑρμηνεία ...
"Ανοίξω το στόμα μου..." μέλος Πέτρου Λαμπαδαρίου (+1778), ποίηση Ιωάννη Δαμασκηνού (7ος αι. μ.Χ.), ήχος τέταρτος
Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.
Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν’ ακούν των ερώτων τα θαύματα.
"Ανοίγω το στόμα μου..." Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη.
Ερμηνεύει ο Ζαφείρης Κουτελιέρης "Ελλήνων Μουσικές μες στους Αιώνες" Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης 13 Μαρτίου 2015 Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Βυζαντινή Χορωδία Παραδοσιακή Χορωδία και Ορχήστρα Εθνικού Ωδείου Αθηνών Συμμετέχουν: Χορωδία 2ου Γυμνασίου Αχαρνών Μουσική Ομάδα Γυμνασίου Κρηνίδων Καβάλας Διδασκαλία - Διεύθυνση: Μιχάλης Μακρής Παρουσίαση: Νικόλας Βαφειάδης Κείμενα: Μανώλης Βαμβακάς, Νικόλας Βαφειάδης Τηλεοπτική σκηνοθεσία: Σπύρος Λαμπρόπουλος www.oebyx.gr
BIBLIOGRAPHY
Ο Πάπυρος της Οξυρρύγχου αρ. 1786 με αρχαιοελληνική φωνητική αλφαβητική σημειογραφία
Στην αρχαία ελληνική πόλη Οξύρρυγχος, η οποία κείται σε ένα δυτικό παρακλάδι του Νείλου στην Άνω Αίγυπτο, βρέθηκε το έτος 1918 το αρχαιότερο γραπτό μνημείο της χριστιανικής μουσικής. Ο εν λόγω πάπυρος πήρε τον κατακτήριο αριθμό 1786 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον Α. S. Hunt.ivO Πάπυρος Οξυρρύγχου 1786 χρονολογείται στο β ́ μισό του 3ουαι. μ.Χ. και περιέχει απόσπασμα ύμνου προς την Αγία Τριάδα. Είναι γραμμένοςστη λόγια ελληνική γλώσσα, σε δωρική διάλεκτο και σε προσωδιακό μέτρο, πιο συγκεκριμένα σε αναπαιστικά μονόμετρα. Πάνω από τα λόγια του ποιητικού κειμένου σε μεγαλογράμματη γραφή διακρίνονται σύμβολα –τα λεγόμενα σημεῖαμουσικάή η μουσική στίξις-μιας αρχαιοελληνικής παρασημαντικής. Πρόκειται για τον τύπο της αρχαίας ελληνικής αλφαβητικής φωνητικής σημειογραφίας, η οποία στηρίζεται στην ιωνική αλφάβητο.vΗ μουσική η οποία καταγράφεται στο εν λόγω απόσπασμα είναι στη διατονική υπολυδική αρμονία. Έτσι, ο συγκεκριμένος πάπυρος αποτελεί όχι μόνο το πρώτο ντοκουμέντο χριστιανικής μουσικής, αλλά,ταυτόχρονα,και το τελευταίο της αρχαιοελληνικής μουσικής, λόγω της σημειογραφίας του και της μουσικής του υφής.
Από ιστορική άποψη αποδεικνύει τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, καθώς οι μορφωμένοι Έλληνες χριστιανοί αποδέχτηκαν και χρησιμοποίησαν την κλασική μουσική παράδοση, για να εκφράσουν τις νέες απαιτήσεις της χριστιανικής λατρείας. Γι’ αυτό και ο ύμνος είναι γραμμένος σε ελληνική φωνητική μουσική σήμανση, ενώ ανήκει στο λεγόμενο διατονικό γένος. Αποτελεί το μόνο σωζόμενο παράδειγμα ελληνικής χριστιανικής μουσικής από τους τέσσερις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Για τον τρόπο έκφρασής του δεν φαίνεται να αντλεί από την Βίβλο, ούτε φαίνεται να έχει ως πρότυπο βιβλικά χωρία.
Ο ύμνος κλείνει με ένα διπλό αμήν, το οποίο το ακολουθεί κενό, γεγονός που σημαίνει ότι ο ύμνος τελείωνε εκεί. Η αρχή του ύμνου είναι κατεστραμμένη και έτσι δεν ξέρουμε εάν ο πρώτος φθαρμένος στίχος του χειρογράφου ήταν και ο πρώτος στίχος του ύμνου.
BIBLIOGRAPHY
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σε σένα, Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό
εγώ η Πόλη Σου αποδίδω με ευγνωμοσύνη
την ένδοξη νίκη, επειδή λυτρώθηκα απο τις
φοβερές συμφορές. Αλλά Συ, επειδή Έχεις
ακατανίκητη δύναμη, ελευθέρωσέ με από κάθε
είδος κινδύνου, για να Σου φωνάζω δυνατά:
Χαίρε, Νύφη ανύμφευτε.
Κοντάκιον λέγεται μία υμνογραφική σύνθεση που αποτελείται από το προοίμιο και τους οίκους, που έχουν πρότυπο το προοίμιο.
Το όνομα Κοντάκιον (κοντός = βραχύς, σύντομος) οφείλεται στο γεγονός, ότι το προοίμιο ήταν μία περίληψη τού θέματος, που αναπτυσσόταν στους οίκους.
Το προοίμιο αναφέρεται περιληπτικά στο θέμα του Κοντακίου. Ακολουθείται από τις στροφές, που ονομάζονται οίκοι.
Η λέξη είναι μετάφραση της εβραϊκής αντίστοιχης, που σημαίνει οίκος,
αλλά και στροφή (παράβαλε ιταλ. stanza = σπίτι, αλλά και στροφή). Οι
οίκοι είναι απόλυτα όμοιοι μεταξύ τους και ακολουθούν ποιητικά και
μουσικά το προοίμιο, τού οποίου η στιχουργική δομή είναι εντελώς
διαφορετική. Συνδετικό στοιχείο τού προοιμίου με τους οίκους είναι: α)
το εφύμνιο, που μπορεί να είναι ένας, δύο ή τρεις στίχοι που
επαναλαμβάνονται ακριβώς οι ίδιοι (ή με ελαφρές παραλλαγές) στο προοίμιο
και όλους τους οίκους. Π.χ. στο Κοντάκιο τού Ακαθίστου Ύμνου (τους Χαιρετισμούς
όπως λέγεται πιο απλά) εφύμνιο είναι το «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε» εναλλάξ
με το «Αλληλούια». β) Επίσης το προοίμιο και οι οίκοι μελίζονται στον
ίδιο μουσικό Ήχο.
Η μετρική
Η μουσική είναι το προέχον στοιχείο και όχι η στιχουργία. Υπάρχει η ισοσυλλαβία και η ομοτονία και όπου δεν είναι εμφανής, μπορεί να αποκατασταθεί από τη μουσική, δηλ. υπάρχει ισοχρονία. Το φαινόμενο λέγεται τονή. Αυτό παρατήρησε ο H. Geisser το 1903 μελετώντας τους ειρμούς τού Κανόνα τού Πάσχα και τον ακολούθησε ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, ο Νικόλαος Τωμαδάκης, ο Π. Τρέμπελας. Τα μέτρα βρίσκονται από τη μουσική, όχι από τις συλλαβές. Η ισοσυλλαβία και η ομοτονία δεν είναι απαρέγκλιτοι κανόνες.
Bibliography
https://www.askitikon.eu/efchologio/litourgika-kimena/4884/ti-ypermacho-stratigo-exigisi-5520/
Δευτέρα 10 Μαΐου 2021
Πλήκτριση ή Πληκτρολόγηση;
Το πάτημα των πλήκτρων για την γραφή λέγεται “πληκτρολόγηση (=ομιλία
περί πλήκτρων) αντί για “πλήκτριση (=εργασία με τα πλήκτρα). Για
φανταστείτε αντίστοιχα τη φράση:”το ζευγάρι αυτό παντρεύεται,
μετακομίζει, χωρίζει αύριο”. Θα πούμε “παντρολογιέται, μετακομισιολογεί ή
χωρισιολογεί”? Α, κατάλαβα :η “-λόγηση (= κουβέντα περί)= την πράξη
αυτή καθαυτή. Άρα, αρκεί να το πώ και θεωρείται οτι έχει ήδη γίνει.
Μήπως είναι λάθος οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εξ' αιτίας την μη επαρκής
γνώσης της γλώσσας μας;
Αν και δεν έχω σχεδόν καμμία σχέση με τα αρχαία ελληνικά, (και δυστυχώς
το θεωρώ δυστύχημα του εκπαιδευτικού μας συστήματος που δεν τα
διδάχθηκα) εντυπωσιάζομαι πάντα με την ελληνική γλώσσα και στην πρωτη
επαφή μου με το πολυτονικό σύστημα αναγνώρισα τον λόγο της ορθογραφίας
και της φωνητικής στην γλώσσα μας.
Ωστοσο, ως τεχνοκράτης και πνεύμα προοδευτικό, έχω την εντύπωση πως η
ελληνική γλώσσα είναι τόσο δύσκολη γιατί μοιάζει με μαθηματικά. Στην
καθημερινή μας επικοινωνία δεν χρειαζόμαστε ένα τέτοιο εργαλείο γιατί η
εποχή μας χαρακτηρίζεται από τον χρόνο. Η ανθρωπότητα ως σύνολο κινείται
σε μονοπάτια απλοποίησης (με μόνο σκοπό την εξοικονόμιση χρόνου) και
συνεπώς και όλες οι γλώσσες. Επίσης δεν μπορώ να δεχθώ το πάγωμα της
εξέλιξης. Η εντύπωσή μου είναι πως θα έπρεπε να κινηθούμε σε ένα από
δύο μονοπάτια. Ένα είναι αυτό της απλοποίησης και ταχύτερης γλωσσικής
επικοινωνίας κατά την γραφή κυριότερα ή πλήκτριση (πολύ μου άρεσε)
αλλιώς η εξέλιξη των greeklish ή πλήρης υιοθέτηση της αγγλικής θα είναι
μονόδρομος. Ακόμη και εγώ κατά την επικοινωνία μου για λόγους χρόνου
χρησιμοποιώ μερικές φορές την αγγλική σε αντίφαση με τις αξίες μου. Ο
άλλος δρόμος είναι η υιοθέτηση μιας πιο σωστής εκδοχής της ελληνικής
(είτε πολυτονικό είναι αυτό είτε μια εκδοχή της αρχαίας) αλλά για τους
λίγους και έχοντες πολύ χρόνο στην διάθεσή τους για ανάπτυξη και μάθηση.
Αυτός ο δρόμος όμως είναι σίγουρο πως θα επιφέρει την παντοκρατορία της
αγγλικής ακόμη περισσότερο από το σημερινό σύστημα.
Έχω όμως να προτείνω και μιά παράκαμψη που έχει να κάνει με τον 21ο
αιώνα. Οι "υπολογιστήρες" πια είναι πανίσχυροι. Μήπως ο συνδυασμός πλέον
είναι εφικτός; Τι εννοώ; Μπορούμε να δημιουργήσουμε μία γλώσσα πιο
γρήγορη και απλή αλλά παράλληλα να γράφουμε (με την βοήθεια
υπολογιστικής δύναμης) σε αρχαία ελληνικά ή ακόμη καλύτερα σε μια
εξελιγμένη μορφή των αρχαίων ελληνικών. Κατί τέτοιο δεν προσπαθούνε
εξάλλου να πραγματοποιήσουνε οι ερευνητές ανά την υφήλιο; Η αρχαία
ελληνική είναι πανίσχυρη γλώσσα και κατέχει το DNA του δυτικού
πολιτισμού. Η χρησιμοποίησή της ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας δεν θα
έπρεπε να είναι ο σκοπός μιας εξελιγμένης κοινωνίας πνευματικών
ανθρώπων; Το μόνο πρόβλημα είναι πάντα το ίδιο (όπως και στην Αρχαία
Ελλάδα εξάλλου). Θα είναι κτήμα των λίγων και εκεί είναι που μπορεί να
βοηθήσει η τεχνολογία. Προϋποθέτει όμως ενάν διαφορετικό κόσμο από τον
σημερινό. Μέχρι να φτάσουμε εκεί... ποιό δρόμο να ακολουθήσουμε;
Όποτε αποδεχθεί ο σημερινός Έλληνας ότι το μόνο κοινό που έχει με τον
Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό είναι ο τόπος και η ρίζα της γλώσσας του και
ότι δεν είναι κτήμα του αλλά παγκόσμια κληρονομιά, τότε μόνο θα αρχίσει
να αποκτά δικό του πολιτισμό (και θα "ξστραβωθεί") και αυτόματα θα
αποκτήσει υπολογίσιμο επίπεδο μόρφωσης, ευγένειας, λογικής, τιμιότητας,
φιλαλήθειας και ήθος. Αλλιώς θα είμαστε απλά οι φτωχοί συγγενείς με
ημερομηνία λήξεως.
Παρακαλώ τα σχόλιά σας ευπρόσδεκτα.
Source: https://katalitis.blogspot.com/2013/01/blog-post.html/
Κυριακή 22 Ιουλίου 2012
Γιατί η ελληνική γλώσσα είναι διαφορετική;
Του Γιάγκου Ανδρεάδη *
το λεξιλόγιο. οι εξεταζόμενοι υποτίθεται ότι έγραφαν και γράφουν στο μονοτονικό. Στην πραγματικότητα ο τόνος σε πολλά γραπτά είχε υποκατασταθεί από μια τελίτσα, ενώ σε αρκετά το μονοτονικό είχε γίνει… ατονάλ, καθώς απουσίαζε κάθε τονισμός. Το ποσοστό των απλοϊκων εκφράσεων και των ακυρολεξιών αυξάνονταν συνεχώς, και αυτό που συνέβαινε δεν οφειλόταν απλώς στο φαινόμενο που αποκαλούμε λεξιπενία, φτώχια δηλαδή του λεξιλογίου. Το είδος των λαθών έδειχνε ότι η -προβληματική- επαφή που είχαν όσοι…
έκαναν αυτά τα λάθη με τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν ήταν περισσότερο ακουστική παρά οπτική. Η συνήθης έκφραση «οσαναναφορά αυτό το ζήτημα», (αντί για όσον αφορά) είναι ένα κλασικό τέτοιο παράδειγμα όπου ο γράφων καταφεύγει σε κάτι που έχει αρπάξει λανθασμένα το αυτί του, κάτι που συνήθως συμβαίνει με τις ξένες γλώσσες. Επιπλέον, τα ορθογραφικά λάθη ήταν τόσα και τόσο εξωφρενικά, ώστε επέμενα στους φοιτητές, ιδίως σε αυτούς που δίδασκα το μάθημα Δημιουργική γραφή, να χρησιμοποιούν ορθογραφικό λεξικό, τόσο στις ασκήσεις στην τάξη όσο και στις εξετάσεις. Ακόμη, κάτι πιο ανησυχαστικό, αυτό που χανόταν και χάνεται όλο και παραπάνω είναι η ικανότηταυπόταξης, σωστής δηλαδή σύνδεσης κύριων και δευτερευουσών, αιτιολογικών, συμπερασματικών κ.λ.π. φράσεων, δηλαδή η ικανότητα να συνδέονται μεταξύ τους τα διάφορα νοήματα. Τέλος τα γραπτά έφεραν και φέρουν την σφραγίδα του φροντιστηρίου. Πομπώδεις σοβαροφανείς εκφράσεις του τύπου «από την πρώτη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος» έστω και αν το ζήτημα αφορούσε την ηλεκτρική κουζίνα ή «αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό ότι» ακόμα και αν επρόκειτο για κάτι το τόσο αποδείξιμο όσο είναι η διαφορά του φύλου των σεραφείμ από αυτό των χερουβείμ. Εννοείται ότι το τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου είχε και γλωσσικά μαθήματα, όπου μάλιστα δίδασκαν ικανοί φιλόλογοι. Όσο όμως γνωρίζω, οι διδάσκοντες αυτοί δίδασκαν μια πιο προχωρημένη ύλη που είχε να κάνει με γλωσσολογικές, υφολογικές κ.λ.π. προσεγγίσεις, πιθανότατα θεωρώντας ότι ένας απόφοιτος λυκείου έχει ήδη κατακτήσει από την μέση εκπαίδευση τον στοιχειώδη έλεγχο των γλωσσικών του μέσων. Όσο για μένα, καθώς πιστεύω ότι η δημιουργική γραφή προϋποθέτει την ανάγνωση δημιουργών, επέμενα στο να διαβάζουν οι φοιτητές πολλές σελίδες έργων του Θερβάντες, του Μπαλζάκ, του Ντοστογιέφσκι ή του Βιζυηνού, κάτι που εννοείται ότι έκανε πολύ καλό μόνο στο ποσοστό εκείνο των φοιτητών που είχαν έρθει στο Πανεπιστήμιο πραγματικά για να σπουδάσουν και να εκφραστούν δημιουργικά.
Αυτό που ωστόσο δεν είχα αντιληφθεί όσο καθαρά θα όφειλα ήταν το πόσο οργανωμένη ήταν και είναι, στα πλαίσια της Μέσης εκπαίδευσης, η γλωσσική αποδιοργάνωση των εφήβων που δολοφονούνται πνευματικά με την επιείκεια. Το καλοκαίρι του 2011 και ενώ παράλληλα διόρθωνα για μια ακόμη φορά πανεπιστημιακά γραπτά, έτυχε να μου αποκαλυφθεί, κάτι που αγνοούσα και που με διαφώτισε σε ένα βαθμό σχετικά με τους λόγους της γλωσσικής αδυναμίας (που ένιωθα ότι πάει να μεταβληθεί σε αναπηρία) που διαπίστωνα ότι γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Το παιδί μιας φιλικής μου οικογένειας, που είχε γενικά πολύ καλούς βαθμούς στο σχολείο, ένιωθε ότι υστερεί στο μάθημα της έκθεσης. Πέρα λοιπόν από τις άλλες προσπάθειές του συμφωνήσαμε να του κάνω λίγα μαθήματα που θα περιλάμβαναν εκτός από αναλύσεις έργων που θα του σύστηνα να διαβάσει και την συγγραφή κάποιων γραπτών. Όταν μου παρουσίασε το πρώτο γραπτό με περίμενε η έκπληξη: Τα ορθογραφικά λάθη ήταν περίπου σε αναλογία ένα κάθε δέκα ή δεκαπέντε το πολύ λέξεις. Ξαναρώτησα τον γενικό βαθμό και τον βαθμό του μαθήματος της έκθεσης και έμαθα ότι κυμαίνονταν στο δεκαεννέα. Επέμεινα να μάθω τι συμβαίνει με το ζήτημα της ορθογραφίας και έλαβα μια καταπληκτική για μένα απάντηση, που όμως γνωρίζουν όλοι οι διδάσκοντες στην στοιχειώδη και στην μέση εκπαίδευση: Όπως λοιπόν πληροφορήθηκα σύμφωνα με τις εγκυκλίους του υπουργείου, τα λάθη των μαθητών κατ’ απόλυτο σχεδόν κανόνα δεν πρέπει να διορθώνονται, διότι αλλιώς τα παιδιά κινδυνεύουν να πάθουν ψυχικό πρόβλημα. Απειθαρχώντας σε αυτή την οδηγία κατέφυγα σε μια απλή λύση για να σώσω κάτι από το κύρος της ελληνικής ορθογραφίας: Αυτοσχεδίασα ένα πρόχειρο κατάλογο λέξεων που ηχούσαν όμοια αλλά είχαν εντελώς διαφορετική σημασία με στόχο να εξηγήσω ότι το να αδιαφορείς για τον τρόπο γραφής σημαίνει τελικά να αδιαφορείς για το νόημα και που ήταν κάπως έτσι:
χέρι (το) και χαίρει ( εκτιμήσεως)
μέλι (το) , μέλη (τα) και μέλει ( δεν με)
λήθη (η λησμονιά) και λίθοι (οι πέτρες)
το γράμμα ήτα και η ήττα
πάλη (η ελληνορωμαϊκή) και πάλι
δείγμα και δήγμα (δάγκωμα του σκύλου)
λιμός ( η πείνα) και λοιμός (η επιδημία)
ευρέων ( στρωμάτων) και εβραίων ιερέων κ.λ.π.
Φαίνεται ότι η προσπάθειά μου είχε θετικά αποτελέσματα, διότι στα επόμενα γραπτά που μου παρουσίασε ο μαθητής και φίλος μου τα λάθη, με την βοήθεια του μικρού λεξικού που φρόντισε να αγοράσει, μειώθηκαν δραστικά. Αυτό που μου έμεινε από την εμπειρία μου αυτή είναι η αίσθηση ότι οι μαθητές της Μέσης εκπαίδευσης καταστρέφονται μέσα από αυτό που μοιάζει με κατανόηση και επιείκεια που όμως δεν είναι το έργο των επί μέρους καθηγητών που, όπως σε κάθε βαθμίδα, μπορεί κατά περίπτωση να είναι κακοί ή καλοί. Όπως αποδεικνύεται από τις εγκυκλίους που παραθέτω σε παράρτημα εμπνευστής αυτής της φονικής επιείκειας και οργανωτής της επιβολής της είναι το κράτος, μέσα από το υπουργείο παιδείας και το παιδαγωγικό ινστιτούτο. Και, εννοείται ότι δεν περιορίζεται στη γλώσσα: Ο μελλοντικός φοιτητής έχει μια εντελώς θολή εικόνα για οτιδήποτε έχει να κάνει με μια σειρά από «άχρηστα» μαθήματα όπως η λογοτεχνία, η ιστορία, η γεωγραφία ( δηλαδή τα μαθήματα που συμβάλλουν στην συλλογική μνήμη και ταυτότητα) των οποίων ο ρόλος στο πρόγραμμα σταθερά υποβαθμίζεται.
Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί σωστά, αν δεν την αξιολογήσουμε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο ανήκει. Αυτό της θέσης που έχει η ελληνική γλώσσα όχι μόνο στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και στον λόγο των Μέσων και των πολιτικών. Αρχίζω από τα δύο τελευταία: Η πλειοψηφία της κοινωνίας μας πιστεύει ίσως ακόμη ότι η παιδεία ασκείται κατά κύριο λόγο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αν όμως συλλάβουμε ότι παιδεία δεν είναι μόνον ένα σύστημα παροχής πληροφοριών και τεχνικών γνώσεων, αλλά και ένας δίαυλος μετάδοσης και δημιουργίας αξιών, τρόπων έκφρασης, αισθητικής, ηθικής κ.λ.π., εύκολα μάλλον θα δεχτούμε ότι ο πραγματικός παιδαγωγός της κοινωνίας μας βρίσκεται αλλού: Είναι τα τηλεοπτικά κανάλια και σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό το διαδίκτυο. Η παρουσία ενός τηλεοπτικού αστέρα σίγουρα θα γέμιζε με πολύ πιο ασφαλή τρόπο τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα από ότι αυτή ενός σπουδαίου επιστήμονα, συγγραφέα, ηθοποιού που δεν χαίρει της ευνοίας του γυαλιού και τα τηλεδικεία όπως και τα τοκ- σόου παράγουν κοινωνικό και πολιτικό ήθος περισσότερο και από τα κόμματα. Αν όμως, για να περιοριστούμε στο ζήτημα της γλώσσας, παρακολουθήσουμε τα προγράμματα της τηλεόρασης, θα αντιληφθούμε ότι η κακομεταχείριση της ελληνικής, είτε πρόκειται για την έκφραση, είτε για την μορφολογία, είτε για την εκφορά, φτάνει σε απίστευτα σημεία. Το ΕΣΡ που υποτίθεται ότι προστατεύει τον τηλεθεατή , και άρα και την γλώσσα του, σίγουρα δεν έχασε ποτέ τον καιρό του καταγράφοντας τους απίστευτους σολοικισμούς που διαπράττουν οι διάφοροι και διάφορες «άνκορμεν» και «άνκοργουίμεν», καθώς και την κακοποίηση της γλώσσας στις μεταγλωττίσεις των ξένων ταινιών και άλλων προγραμμάτων. Οι σολοικισμοί όμως και η κακοποίηση αυτή είναι δυστυχώς το μέγιστο γλωσσικό μάθημα, τουλάχιστο για το μέρος εκείνο της νεολαίας που μένει πιστό στο γυαλί. Όσο για εκείνους που έχουν ήδη στραφεί στο διαδίκτυο, αυτοί πλέουν ήδη με ανοιχτά τα πανιά στον ωκεανό των γκρήγκλις που, όπως θα δούμε σε λίγο, είναι και η γλωσσική πραγματικότητα που από καιρό σχεδιάζεται από την ηγεσία του υπουργείου πολιτισμού ή από αυτούς που σκέφτονται για λογαριασμό της.
Ο πολιτικός ή μάλλον κομματικός λόγος έχει χωρίς αμφιβολία το δικό του μεγάλο μέρος της ευθύνης για την γλωσσική εξαχρείωση. Συνήθως, όσοι απαξιώνουν τον «πολιτικό» αυτό – και στην ουσία πλήρως απολιτικό- λόγο, τον χαρακτηρίζουν, μεταφράζοντας το γαλλικό langage de bois, ως «ξύλινο». Η μεταφορά αυτή εκ της γαλλικής εκφράζει εν πολλοίς την κατάσταση (ΣΗΜ.1 Βλ. Γιάννη Καλλιόρη Η ξύλινη γλώσσα, Αθήνα, 1992. Για τις παρατηρήσεις του που προανήγειλλαν με οξυδέρκεια την σημερινή κατάσταση βλ. και του ίδιου, Γλωσσικός αφελληνισμός, Αθήνα , 1985 κα contra Άννα Φραγκουδάκη, Γλώσσα και επικοινωνία, Αθήνα, 1987, όπου καταγγέλλεται «ο μύθος για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας». Εννοείται ότι η γλώσσα δεν είναι κάποιος αυτόνομος από την κοινωνία οργανισμός ο οποίος παρακμάζει από μόνος του. Αυτό δεν εμποδίζει να χάνονται συνεχώς ομιλούμενες γλώσσες ή/και να διαλύονται οι ομάδες που τις μιλούν). Ξύλινος είναι ένας λόγος αποστεωμένος και αρτηριοσκληρωτικός λόγω ιδεολογίας. Όμως στην ελληνική περίπτωση το πράγμα είναι πολύ πιο σύνθετο και βαθύ. Έχει να κάνει από την μια με την φύση της συγκεκριμένης γλώσσας για την οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω και από την άλλη με τις ιστορικές συγκυρίες που διαμόρφωσαν το σημερινό γλωσσικό, πολιτισμικό και πολιτικό σκηνικό. Αφετηρία υπήρξε η Χούντα που υφαρπάζοντας και πλαστογραφώντας ιδέες σχετικές με την παράδοση του τόπου κατέστησε για μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ύποπτη και σχεδόν απεχθή κάθε αναφορά σε μνήμη και σε ταυτότητα. Η Μεταπολίτευση που την διαδέχθηκε θεμελιώθηκε εσκεμμένα και προγραμματισμένα στην ψευδαίσθηση ότι η δικτατορία κατέρρευσε λόγω της περίπου καθολικής αντίστασης του λαού και για να στηρίξει την άποψη αυτή κατέφυγε σε ένα είδος γενικευμένηςπαρένδυσης (τραβεστί) ιδεών, ρητορικών, έως και τρόπων ενδύσεως και συμπεριφοράς. Ο χτεσινός τρομαγμένος ανθρωπάκος που βολευόταν με την δικτατορία ή εκτονωνόταν με ανέκδοτα για τον Πατακό, άφησε μούσι, φόρεσε τζην και άρχισε να συχνάζει σε αντιαμερικανικές διαδηλώσεις. Κάμποσοι συνοδοιπόροι των συνταγματαρχών που δεν είχαν εκτεθεί ανεπανόρθωτα έσπευσαν να χωθούν σε δημοκρατικά κόμματα, που δεν είχαν πάντα την βούληση ή την ικανότητα να ελέγξουν ποιους στρατολογούσαν. Για να μείνουμε στο γλωσσικό επίπεδο οι διανοούμενοι και οι δημοσιογράφοι άλλαξαν την κουτσο- καθαρεύουσα που έγραφαν κατά χουντική επιταγή κρατώντας την ίδια δομή και τον ίδιο ακαταλαβίστικό και στην ουσία τρομοκρατικό λόγο, μεταμφιεσμένο χάρη στην υποκατάσταση των παλιών καταλήξεων με άλλες υποτίθεται «δημοτικές».
Στην κατάσταση αυτή προστέθηκε και ένα ακόμη ένα άλλο φαινόμενο: Αυτό του διανοουμενίστικου νέο- καθαρευουσιανισμού. Στην διάρκεια της δικτατορίας η Ελλάδα είχε εν πολλοίς αποκοπεί από την Ευρώπη. Το ρεύμα των μεταφράσεων ξένων λίγο- πολύ αριστερών έργων που βαφτιζόταν για καλύτερη κατανάλωση και μαρξιστικά (σημ. βλ. την περίπτωση του Pierre Vidal Naquetαμέσως μετά την Χούντα) μεταβλήθηκε σε ένα μεταφραστικό χείμαρρο στην μεταπολίτευση. Οι εντυπωσιακά πολυάριθμοι εκδοτικοί οίκοι που δημιουργήθηκαν ευνόησαν εσκεμμένα ή μη όχι την αυθεντική έκφραση ιδεών και μορφών, αλλά την μπροσούρα ή την μετάφραση που ήταν στην ουσία και μάλιστα κακή ακόμα και όταν ήταν τραβεστί (Μεταμφιεσμένη σε )πρωτότυπο. Το ρεύμα αυτό γέμισε την ελληνική πνευματική αγορά με χιλιάδες ακαταλαβίστικα, ακαλαίσθητα και ανελλήνιστα σκουπίδια που συνέβαλαν σε μια κυριαρχική σύγχυση όπου, στον αστερισμό του μεταμοντέρνου όλοι είχαν δίκιο και άδικο, έτσι που τελικά να έχει πάντα δίκιο η κάθε λογής εξουσία.
Οι εξελίξεις αυτές είχαν μια πολύ σαφή έκφραση στον χώρο της γλώσσας στην εκπαίδευση μέσα από τις αλλεπάλληλες «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις», όρο που αναπαρήγαγε έκτοτε μέχρι τελικής πτώσεως την πραγματικότητα της μεταρρυθμίσεως Παπανούτσου/ Κακριδή επί κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου πριν από την δικτατορία της 21ης Απριλίου 67. Πριν προχωρήσω στο τι σήμαιναν οι μεταρρυθμίσεις αυτές για την γλώσσα θα πρέπει να θυμίσω μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Ήδη από την προδικτατορική εποχή, ο Τύπος και κατά κύριο λόγο το συγκρότημα Λαμπράκη είχε έναν εντελώς ιδιαίτερο ρόλο: Δεν επικροτούσε απλώς τις μεταρρυθμίσεις αυτές. Σε πολύ σημαντικό βαθμό μετείχε στο σχεδιασμό τους, πράγμα που συνεχίστηκε και με τις μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνον αν κατανοήσουμε δύο πράγματα: α) Ότι αιχμή των μεταρρυθμίσεων ήταν το καλούμενο γλωσσικό ζήτημα, δηλαδή η διαμάχη δημοτική/καθαρεύουσα, όπου στα πλαίσια μιας κατάστασης που ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πολύ εύστοχα αποκάλεσε δικέφαλο γλωσσαμυντορισμό, η μορφολογική διαμάχη για τις καταλήξεις των λέξεων (γιατί όλα τα άλλα βασικά έμεναν ίδια) είχε υποκλέψει τη θέση της ουσίας. Και β) ότι ο ιδεολογικός ορίζοντας στα πλαίσια του οποίου διεξαγόταν η συζήτηση αυτή ήταν ένας θολός προοδευτισμός, που για τους πιο συνειδητούς αστούς διανοουμένους σήμαινε την ολοκλήρωση του καπιταλιστικού μετασχηματισμού με όρους αποδοτικότητας μιας κοινωνίας ανθρώπων/εργαλείων, την ίδια ώρα που η παραζαλισμένη αριστερά συρόταν από πίσω νομίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές οδηγούσαν σε κάποιο φαντασιακό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η σύνδεση εκσυγχρονισμού, εκβιομηχάνισης, τεχνολογικής προόδου και επανάστασης ήταν τόσο ριζωμένη στην μαρξιστική και την κομμουνιστική ιδεολογία, που χρειάστηκε η κατάρρευση των υπαρκτών σοσιαλισμών για να τολμήσουν κάποιοι που ανήκουν στην ευρωπαϊκή κομμουνιστική αριστερά να δηλώσουν ευθαρσώς ότι κάθε εκσυγχρονισμός δεν είναι υποχρεωτικά για το καλό της δημοκρατίας και των εργαζομένων. Ωστόσο, στα πρώτα ιδίως χρόνια της μεταπολίτευσης το είδος αυτού του θολού προοδευτισμού έθρεψε με επιτυχία την ρητορική της Νέας Δημοκρατίας καθώς και μεγάλου μέρους της Αριστεράς και πολύ περισσότερο του ΠΑΣΟΚ αλλά και αυτήν του συγκροτήματος, δημιουργώντας μια κατάσταση πλειοδοσίας άκριτων αλλαγών, τόσο στο γλωσσικό όσο και σε όλα τα άλλα πεδία. Μια από τις παράπλευρές απώλειες της ιστορίας αυτής ήταν η δημιουργία μιας «κρίσιμης μάζας» νεοαγράμματων που όπως παραδέχθηκε κάποτε ο (χωρίς εισαγωγικά) λόγιος αρχισυντάκτης των Νεων, Λέων Καραπαναγιώτης συνέβαλε όχι απλώς την στροφή των εφημερίδων στην «τηλεοπτική» μορφή των τάμπλοϊντ, αλλά και σε μια προϊούσα θεαματική συρρίκνωση του δημοσιογραφικού κειμένου για χάρη της εικόνας.
Αν αναρωτηθούμε ποιο είναι το κομβικό σημείο στις κρατικές πολιτικές για την γλώσσα η απάντηση είναι: η επιβολή του μονοτονικού από το ΠΑΣΟΚ τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του. Η Νέα Δημοκρατία είχε ήδη προηγουμένως αναγάγει την δημοτική σε επίσημη γλώσσα του κράτους, κάτι που ήταν ταυτόχρονα ένα από τα μέτρα εκτόνωσης ( σαν την νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ) και μια απάντηση στον κούφιο καθαρευουσιανισμό της Χούντας. Αυτό ωστόσο δεν αποτελούσε κάποια δραματική τομή: στην πραγματικότητα η ελληνική γλώσσα είχε από καιρό προχωρήσει σε μια ευέλικτη σύνθεση λόγιων και λαϊκών στοιχείων που εκφράστηκε με τον νεοδημοτικισμό της ομάδας Δελμούζου και με την τότε γλώσσα των εφημερίδων. Επίσης, στο θέατρο, η γλώσσα των μεταφράσεων αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας είχε από- ιδεολογικοποιηθεί και στην θέση της μαχόμενης λαϊκίζουσας δημοτικής άρχισε- από τον Μίνωα Βολανάκη και πέρα- να επιβάλλεται μια μικτή γλώσσα που ζητούσε να υπηρετήσει όχι τις απόψεις για το γλωσσικό ζήτημα αλλά την σκηνική αποτελεσματικότητα.
Με το μονοτονικό αντίθετα έρχεται μια κάθετη τομή καθώς αλλάζει ο τρόπος γραφής που είχαν υιοθετήσει οι Έλληνες από το 300 περίπου π.χ. : Καταργείται δηλαδή η χρήση των τόνων και των πνευμάτων που επέτρεπε στις πάνω από τριάντα γενιές των ελλήνων και των ελληνόφωνων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη μετά τους πρώτους αλεξανδρινούς φιλολόγους και ποιητές, να καταλαβαίνουν την ελληνική γραμματεία από τον Όμηρο μέχρι και τον Ελύτη. Αυτό τον τρόπο γραφής υιοθέτησαν οι γενιές των ποιητών που, όπως παρατήρησε ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης (ΣΗΜ.2 Βλ. την εισαγωγή του στο Penguin Book of Greek Verse, 1988) είναι από τότε αδιάλειπτα παρόντες σε κάθε γενιά και αυτός είναι ο τρόπος γραφής Ρωμανού του Μελωδού, του Κορνάρου, του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη, που δεν μπορούν να διαβαστούν σε μονοτονικό καθώς η παρουσία είτε η απουσία τόνων και πνευμάτων ( ας πούμε στις λέξεις ου (φονεύσεις)= μη και εξ ου( διαπιστώνεται) =από το οποίο) διαφοροποιεί το νόημα. Με λίγα λόγια η απόφαση ήταν κυριολεκτικά κοσμοϊστορική: Καθιστούσε το σύνολο της ελληνικής μέχρι το 1981 όχι μόνο άμεσα νεκρή γλώσσα αλλά επίσης και προοπτικά ξένη γλώσσα και επίσης δυσκόλευε τους ξένους γνώστες των αρχαίων ελληνικών- και δυνάμει φιλέλληνες- να επικοινωνούν με τα σύγχρονα ελληνικά. Αξίζει να σημειωθούν ο τρόπος που αποφασίστηκε η μεταρρύθμιση, το πρόσωπο που συνδέθηκε μ’ αυτήν και το τεχνολογικό/οικονομικό ντεσού της υπόθεσης. Η απόφαση – η πρώτη μείζων κίνηση από την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία- πάρθηκε κυριολεκτικά νύχτα από τριάντα (!) βουλευτές χωρίς την συζήτηση που θα είχε κανονικά αφιερωθεί για την κατασκευή μιας πρόχειρής γέφυρας έξω από κάποιο χωριό. Ο υπουργός που την χρεώθηκε ήταν ο κ. Βερυβάκης, θαρραλέος αγωνιστής κατά της Χούντας, αλλά παντελώς άσχετος με τα γλωσσικά ζητήματα. Και ακόμη, η απόφαση βόλευε τις εταιρείες των υπολογιστών που στην πρωτόγονη εκεί η φάση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας δεν μπορούσαν να λανσάρουν στην αγορά πολυτονικά προγράμματα (ΣΗΜ.3 Για ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τα πρακτικά της βουλής της 11/1ου/1982 και από τα κείμενα κάποιων από τις προσωπικότητες που αναφέρονται αμέσως πιο κάτω βλ. πρόχειρα τον ιστότοπο «Αντίβαρο», http://antibaro).
Υπάρχει σε σχέση με την υπόθεση αυτή ένα συλλογικό απωθημένο της κοινωνίας μας , θαμμένο από ένα συνδυασμό αδιαφορίας και πρόθεσης : Πρόκειται για μια πληθώρα κειμένων που, μεταξύ άλλων, υπογράφουν ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Νίκος Σβορώνος, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Τάσος Λιγνάδης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Στέλος Ράμφος, ο Γιάννης Καλεώδης, ο Άγγελος Ελεφάντης και ο δικαστής της Χούντας Γιάννης Ντεγιάννης. Τα επιχειρήματά τους, πε΄ρα από τις διαφορές της σκοπιάς και του ύφους επικεντρώνονταν στο ότι η κατάργηση των τόνων δεν αποτελούσε απλώς απόφαση για την μορφή της γραφής, αλλά συνιστούσε πολιτισμικό πλήγμα με βαρύτατες επιπτώσεις στην μνήμη και την ταυτότητα του ελληνισμού και, όπως παρατήρησε σοφά η Jaqueline de Romilly, στην σύνδεση της Ελλάδας με το πολύτιμο εθνικά «λόμπυ» των ελληνιστών του εξωτερικού. Το ότι η παρέμβαση ανθρώπων αυτού του αναστήματος αγνοήθηκε τότε και στη συνέχεια λησμονήθηκε έχει να κάνει με μια σημαντικότατη στροφή της κοινωνίας μας: Η γλώσσα από υπόθεση των ποιητών, των λογοτεχνών, των στοχαστών και των ανθρώπων που συνδύαζαν επιστημοσύνη και πολιτική προσφορά, δηλαδή από υπόθεση των με την ευρεία έννοια δημιουργών) κατάντησε, όπως και το κάθε τι σήμερα από την οικονομία ως και την παιδοφιλία, υπόθεση των ανειδίκευτων «ειδικών»: Μιας ομάδας γλωσσολόγων που αποφάσιζαν με βάση εργαλεία φτιαγμένα για εντελώς άλλες από την ελληνική γλωσσικές πραγματικότητες και που ουσιαστικά έβλεπαν την γλώσσα ως ένα «δομικά» αυτορυθμιζόμενο σύστημα ικανό να προσαρμοστεί, σε πείσμα οποιασδήποτε αλλαγής είτε επέμβασης. Άποψη μυωπική, αντιιστορική και απολιτική, αφού «αγνοούσε» ότι κάθε χρόνο καταγράφεται παγκοσμίως ο θάνατος πολλών γλωσσών.
Για να εξηγήσω για τι μιλώ, θα δώσω τον λόγο στην ποίηση: Θα σκιαγραφήσω δηλαδή την γλωσσική ( και ταυτόχρονα πνευματική και πολιτική) θέση του Ελύτη, όπως αυτή αναφαίνεται μέσα από την δημιουργία του με αποκορύφωμα το Άξιον έστι. Το έργο αυτό είναι χωρίς αμφιβολία το αριστούργημά του, το ποίημα που βοηθούσης και της εκπληκτικής μελοποίησης του Θεοδωράκη κατέστησε την ποίησή του κτήμα ευρέων λαϊκών στρωμάτων, αποτελώντας από την άλλη πλευρά και την αιχμή του δόρατος για την κατάκτηση του βραβείου Νόμπελ ένα μόνον χρόνο πριν από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Πέρα όμως από αυτό, η φόρμα του, τα μηνύματα αλλά και η ίδια η γλώσσα του το καθιστούν ένα καλλιτέχνημα/ μανιφέστο υπέρ της πολιτισμικής και γλωσσικής συνέχειας του ελληνισμού. Μέσα στο Άξιον Εστί δεν συναντώνται μόνον ο Όμηρος, οι προσωκρατικοί, ο Μελωδός , ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης και ο Τσιτσάνης. Επιπλέον, κατά το παράδειγμα του Κάλβου, ποιητικού δασκάλου του Ελύτη, η ποιητική γλώσσα παράγεται από μια ελεύθερη αλλά έγκυρη σύνθεση λέξεων όλων των περιόδων της ελληνικής, από τα αρχαία έπη μέχρι και το ρεμπέτικο πράγμα, που δεν θα γινόταν αν η γλώσσα αυτή, όπως ίσως μόνον τα κινεζικά και τα αρμένικά, δεν ήταν «συντηρητική», δηλαδή με μια ιδιαίτερη συνοχή και συνέχεια από γενιά σε γενιά και εξαιρετικά αργή- ακριβώς διότι ήταν επαρκής- στην εξέλιξή της. Καταγγέλλοντας την κατάργηση των τόνων από το ΠΑΣΟΚ όσοι ήδη ανέφερα αλλά και πολλοί άλλοι (ΣΗΜ.4 Από την άποψη αυτή έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί μια συνάντηση που διοργανώθηκε από το τότε Κ.Κ.Ε. εσωτερικού στο γήπεδο του Μίλωνα στις . Η παρουσία και η επιχειρηματολογία όσων ήτα κριτικοί προς τον νόμο του ΠΑΣΟΚ ήταν εντυπωσιακή , αλλά, χάρη και στα Μέσα που υποβάθμισαν το θέμα τα αποτελέσματα και αυτής της πρωτοβουλίας υπήρξαν αμελητέα) εξέπεμπαν σήμα κινδύνου που απειλούσε την συνέχεια αυτή την οποία έβλεπαν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σύνολο πολιτισμό της χώρας. Εννοείται ότι, επειδή η γλώσσα δεν κολυμπά σε κάποιο νεφέλωμα εκτός της υπόλοιπης πραγματικότητας, η γλωσσική αυτή αλλαγή συνδυάστηκε με άλλες που αφορούσαν στο περιεχόμενο. Τα αρχαία ελληνικά, ως νεκρή αλλά και σχεδόν ως ξένη πλέον γλώσσα, υποβαθμίστηκαν δραματικά στο διδακτικό πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης και στη συνέχεια, καθώς κυριαρχούσε όλο και πιο πολύ μια εργαλειακή οπτική για τους σκοπούς της παιδείας, τον δρόμο τους ακολούθησαν γενικότερα οι επιστήμες της μνήμης όπως η Ιστορία και γενικότερα οι «άχρηστες» πλην απολύτως ουσιώδεις ανθρωπιστικές σπουδές.
Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν δεν άλλαξαν αυτή την κατάσταση (ΣΗΜ.5 Η διατριβή που υποστήριξε στο Τμήμα ΕΜΕΠ του Παντείου Πανεπιστημίου το 2011 ο Άγγελος Γιουβρέκας,Τύπος και εκπαίδευση, η υποδοχή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Αρσένη στον ημερήσιο Τύπο, περιέχει μια σαδρομερή καταγραφή όλων των μεταρρυθμίσεων της Μεταπολίτευσης και αντίστοιχες συνεντεύξεις με τους πολιτικούς που τις ανέλαβαν, καθώς και μια κατατοπιστική βιβλιογραφία) . Αυτή του Αντώνη Τρίτση, που πρέπει αρχικά να είχε την κάλυψη του Ανδρέα Παπανδρέου, ήταν μια ειλικρινής αλλά αδέξια και σπασμωδική προσπάθεια, να επανέλθουν τα πράγματα σχετικά με την γλώσσα και τους στόχους παιδείας. Η προσπάθεια αυτή καταβαραθρώθηκε εκ των έσω, με παρεμβάσεις όχι μόνον της αριστεράς, ιδίως της «ανανεωτικής», σταθερά και άκριτα γοητευμένης από κάθε εισαγόμενο ή μη νεωτερισμό, αλλά και στελεχών του ΠΑΣΟΚ, όπως ο αθεράπευτα προοδευτικός κύριος Καστανίδης. Η Μεταρρύθμιση Κακλαμάνη υπήρξε μάλλον διαχειριστική και παρά ταύτα επίσης αναποτελεσματική, ενώ αυτή του Γεράσιμου Αρσένη, που επίσης δυναμιτίστηκε από το ΠΑΣΟΚ και τον «προσκείμενο» στο ΠΑΣΟΚ Τύπο, διαμορφώθηκε ως άποψη πριν ο εμπνευστής της προλάβει να αντιληφθεί τα πραγματικά εκπαιδευτικά προβλήματα, που ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ζητήματα αξόνων και αξιών. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι από την εποχή Αρσένη και πέρα, το να συζητώνται ουσιαστικά ζητήματα κατεύθυνσης της εκπαίδευσης κατέστη, για διαφορετικούς ίσως κάθε φορά λόγους, αδιάφορο τόσο για τους εμπνευστές των αλλεπάλληλων μεταρρυθμίσεων όσο και για την πλειονότητα των υποτιθέμενων ιδεολογικών και πολιτικών τους αντιπάλων.
Η δεύτερη καταστροφική τομή, συνέχεια αυτής του 1981, αν και μάλλον οι πρωτεργάτες της αγνοούν τα πάντα για την περίοδο εκείνη, είναι η σημερινή εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για την πολλαπλή επιβολή της αγγλικής όχι ως «δεύτερης επίσημης γλώσσας του κράτους» όπως την ήθελε πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά της η κα Υπουργός Παιδείας, που κατά το επίσημο βιογραφικό της ανακάλυψε τα τρωτά της ελληνικής φυλής (sic), αλλά ουσιαστικά ως πρώτης και κυρίαρχης. Τα μέτρα της σημερινής κυβέρνησης που αφορούν στο Πανεπιστήμιο έγιναν ήδη νόμος με την συνέργεια και της Νέας Δημοκρατίας ενάντια στις υποτιθέμενες ευαισθησίες του κόμματος αυτού, και πρόσφατα εκφρασμένες δια στόματος του αρχηγού του, για την ελληνική παράδοση, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό κτλ. ,κτλ. Σύμφωνα με την πολιτική της κας Διαμαντοπούλου τα ελληνόπουλα, που όπως είπαμε δεν διδάσκονται την ορθογραφία της γλώσσας τους, διδάσκονται από την πρώτη δημοτικού αγγλικά ( άραγε χωρίς ορθογραφία;) και κομπιούτερ, των οποίων η χρήση είναι αδύνατη, αν δεν χρησιμοποιεί κανείς το προκρούστειο και αποτυπωμένο στην λατινική γραφή, μόρφωμα των αγγλοελληνικών γκρήγκλις. Περιττό να προσθέσουμε ότι τα εύπλαστα νεαρά πλάσματα που θα υποβληθούν σε αυτή την πλύση εγκεφάλου δεν θα κατορθώσουν να μάθουν καμία απολύτως γλώσσα διότι χάνοντας μέσα σε αυτό το αλαλούμ την μητρική τους θα καταστούν αφασικά σε όλες. Η καταστροφή μάλιστα αυτή σε ένα μόνο βαθμό οφείλεται σε γενικότερες εξελίξεις όπως έχουν μελαγχολικά και εσφαλμένα υπαινιχθεί κάποιοι. Η προσπάθεια επιβολής της αγγλικής ως lingua franca, οικουμενικής κοινής γλώσσας είναι όντως διαπιστωμένη και σχολιασμένη αν και δεν αποτελεί αυτονόητο νόμο, αφού η αγγλική απειλείται από τα ισπανικά στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν όμως η επιβολή της αγγλικής είναι παγκόσμιο φαινόμενο, η εθελοντική και συστηματική υπόσκαψη της ελληνικής για χάρη των αγγλικών είναι μια πρωτοβουλία που ίσως να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, όπου πρωτοστατεί η σημερινή υπουργός Παιδείας.
Μήπως όμως είναι άδικο το να συνδέουμε τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ για το Πανεπιστήμιο με το γλωσσικό βάραθρο στο οποίο είναι έτοιμη να ολοκληρώσει την πτώση της η Ελλάδα; Οπωσδήποτε όχι. Αν δούμε τον Νόμο Διαμαντοπούλου όχι απλώς ως εκτός τόπου και χρόνο, αλλά μέσα στο πολιτικό και διοικητικό συγκείμενό του, γίνεται σαφές ότι αποτελεί την ταφόπλακα στην υπόθεση του γλωσσικού αφελληνισμού. Τα σχέδια που υποβάλλουν οι πανεπιστημιακοί για να πάρουν τα περίφημα ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας κρίνονται από ξένους κριτές από περιλήψεις τους στα αγγλικά (προσοχή ας πούμε στα γερμανικά, τα κινεζικά είτε τα ινδικά). Προφανώς μοναδική επιστήμη στον κόσμο είναι η αγγλόφωνη και μοναδικοί επιστήμονες οι ομιλούντες και γράφοντες αγγλιστί. Τα μοντέλα επίσης αξιολόγησης που σήμερα επιβάλλονται από το Υπουργείο παιδείας για να κρίνονται οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι αγγλοσαξωνικά. Δέκα εκτενή βιβλία στα ελληνικά είναι σύμφωνα με τα μοντέλα αυτά λιγότερο σημαντικά από ισάριθμες σύντομες- ακόμα και μη προσωπικές αλλά ομαδικές όπου είναι άγνωστο τι έχει γράψει ο καθένας- αγγλόφωνες συνήθως διεθνείς ανακοινώσεις και η αξιολογική κλίμακα των ανά τον κόσμο Πανεπιστημίων είναι Αμερικανική, έτσι που η Σορβόννη, η Χαϊλδελβέργη, η Σαλαμάνκα, η Μπολόνια να βρίσκονται στον πάτο της κατάταξης σε σχέση με άλλα απίθανα ιδρύματα που είτε είναι δευτεροκλασάτα αμερικανικά είτε απλώς τα αντιγράφουν και συνδέονται μαζί τους με οικονομικά συμφέροντα.
Μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο, η ύποπτη επιείκεια που επιβάλλουν οι εγκύκλιοι του υπουργείου στο θέμα της εκμάθησης της ορθογραφίας της γλώσσας από τους μαθητές της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης παίρνει όλη την ζοφερή της σημασία. Το επόμενο και ήδη προβλέψιμο βήμα θα πραγματοποιηθεί όταν κάποιοι άλλοι τριάντα ή λιγότεροι βουλευτές θα ψηφίσουν, επίσης νύχτα, το να γράφουν , όσοι Έλληνες έχουν απομείνει χρησιμοποιώντας το λατινικό αλφάβητο. Η πορεία αυτή είναι κάθε άλλο παρά αναπόδραστη. Εδώ και καιρό η ίδια η τεχνολογία των υπολογιστών επιτρέπει όχι μόνον να διορθώνουμε τα λάθη αλλά και αν το θέλουμε – με την χρήση του προγράμματος πολυτονιστή- να επανέλθουμε στ πολυτονικό και δι’ αυτού στην επανασύνδεση στην γραμματεία που αποτελεί την ραχοκοκαλιά μιας ταυτότητας, που μέσα στον σημερινό Αρμαγεδόνα, πρέπει να γίνει το κεντρικό μας στήριγμα για να αντέξουμε και να αντιδράσουμε. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τεχνολογικό αλλά πολιτικό με την ουσιαστική έννοια της λέξης και συνεπώς πολιτισμικό. Μόνο την ώρα που θα βιώσουμε βαθιά ότι η ίδια η κρίση είναι πρωτίστως πολιτισμική, θα αποφασίσουμε να ξαναποκτήσουμε τα πνευματικά όπλα που θα μας επιτρέψουν να την ξεπεράσουμε. Αν δεν καταφέρουμε να επανασυνδεθούμε με αυτό το πατημένο πνευματικό οπλοστάσιο, στην καλύτερη περίπτωση, εφόσον δηλαδή θα θέλουμε ακόμα να αντισταθούμε, η φωνή μας θα είναι μόνο κραυγή η μουγκρητό και η πράξη μας μια σπασμωδική εκτόνωση.
* O Γιάγκος Ανδρεάδης είναι Καθηγητής Ιστορίας Πολιτισμού και Θεάτρου, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Σίβυλλα)
Σάββατο 21 Ιουλίου 2012
ΚΑΤΑΛΑΒΕΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ (Occupy Greek Language....)!
![]() |
| "Night" - collage by Odysseus Elytis |
Πολύ μελάνι έχει χυθεί και πολλές αναρτήσεις μαχητικές ανεβαίνουν στη μπλογκόσφαιρα σχετικά με τις αλλαγές στη γραμματική στα βιβλία της Γλώσσας της Ε' και Στ' Δημοτικού. Από τη μία οι συνασπισμένοι 140 Γλωσσολόγοι και πανεπιστημιακοί, Γραμματείς και Φαρισαίοι, κι από την άλλη ο "λαός", οι "λαϊκιστές" και οι "ελληνόπληκτοι".
Η αλήθεια, όπως συνήθως, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο άκρα...
Οι αποφάσεις για τις "μεταρρυθμίσεις" στον τρόπο θεώρησης και διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας είχαν προαναγγελθεί με προεδρικά διατάγματα και εγκυκλίους από το 2003 από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο με τα ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ ελληνικής γλώσσας για το Δημοτικό. Τα νέα βιβλία λοιπόν δεν έρχονται ως κεραυνός εν αιθρία. Εκδίδονται μάλιστα καθυστερημένα. Εκκρεμεί επίσης η έκδοση του βιβλίου της Γραμματικής για το Γυμνάσιο. Τα παιδιά στο Γυμνάσιο διδάσκονται την Ελληνική Γλώσσα μέσα από διδακτικά εγχειρίδια που ακολουθούν μεν τις "μοντέρνες" απόψεις της σύγχρονης γλωσσολογίας, τα βιβλία αναφοράς τους όμως είναι η παλιά κλασική γραμματική του Τριανταφυλλίδη. Νομίζω ότι αυτό το ανακόλουθο, δικαιολογεί ως έναν βαθμό την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό της ελληνικής κοινής γνώμης, η οποία φυσικά αγνοεί παντελώς τι εστί ΔΕΠΠΣ και ΕΠΣ... Μόνο οι μάχιμοι καθηγητές φιλόλογοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας πάλευαν με αυτές τις αντιφάσεις και τους παραλογισμούς όλα αυτά τα χρόνια. Και φυσικά όλα αυτά γίνονταν εις βάρος των μαθητών που βίωναν μία σχιζοφρένεια σχετικά με τη γλώσσα τους και τη γραμματική της!
Προσωπικά συντάσσομαι με την άποψη του κ. Διαμαντή:
Η γλώσσα δεν ανήκει λοιπόν στην αρμοδιότητα των γλωσσολόγων, όπως η ιστορία δεν είναι υπόθεση των ιστορικών, η λογοτεχνία των φιλολόγων και τα θρησκευτικά των θεολόγων. Η γλώσσα και η ιστορία ανήκουν στο λαό, ως κοινή πεποίθηση, η λογοτεχνία στους λογοτέχνες, λαϊκούς και λόγιους και η θρησκευτική μας παράδοση επίσης στο λαό και τον κλήρο, στην κυριακάτικη λατρεία. Όλα αυτά συνιστούν την εθνική μας ταυτότητα. Εάν λοιπόν κάνουμε τα φωνήεντα 5 επειδή μας το λένε οι γλωσσολόγοι, τότε γιατί να μην αφήσουμε μόνον το γιώτα; Γιατί στη συνέχεια να μην πάμε και στην εκκλησία και μετά από νομοθετικό διάταγμα να απαγορευθεί η εκκλησιαστική γλώσσα και αντί να λέμε πάτερ ημών να λέμε πατέρα μας ή πατερούλη μας, όπως λέγανε και στον Στάλιν εξάλλου; Και ακολούθως γιατί να μιλάμε ελληνικά, που είναι μπερδεμένα και ασύμφορα και να μην διδασκόμαστε αγγλικά κατευθείαν, ώστε να ξεμπερδεύουμε, μια που έχουμε και οικονομικές δυσκολίες και δεν έχουμε χρόνο για φιλολογίες τώρα;
Το μόνο νομίζω που χρήζει ανάλυσης και διευκρίνισης σ' αυτή τη θέση είναι το πώς ορίζεται ο όρος "λαός" και "ελληνικός λαός". Επειδή τον ελληνικό λαό τον έχουν εκμεταλλευτεί πολλάκις στο παρελθόν, και αριστεροί και δεξιοί, επιφυλάσσομαι. Γνωρίζω όμως ότι οι 140 συνασπισμένοι γλωσσολόγοι καθώς και οι "Γραμματείς και οι Φαρισαίοι" αυτού του τόπου δεν έχουν καμία σχέση με την σχολική πραγματικότητα και τη σχολική διδασκαλία, οπότε δεν με αγγίζουν οι ανακοινώσεις τους και οι τοποθετήσεις τους.
Τους αφιερώνω τη συνέντευξη του Διευθυντή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Χάρβραντ, Gregory Nagy, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κ" της Κυριακάτικης Καθημερινής στις 8 Ιουλίου 2012 και φέρει τον τίτλο " Η Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από την Ευρώπη". Επίσης, όσοι θέλουν να διαβάσουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το "φαινόμενο ελληνική γλώσσα", προτείνω το άρθρο του Γιάγκου Ανδρεάση, "Γιατί η ελληνική γλώσσα είναι διαφορετική".


